Η ΠΟΙΗΣΗ ΩΣ ΙΕΡΟΣ ΠΑΛΜΟΓΡΑΦΟΣ ΤΗΣ ΘΕΙΑΣ ΜΑΣ ΑΝΑΦΟΡΑΣ

Η ΠΟΙΗΣΗ είναι δρώσα πνευματική δύναμη αρμονικής έκφρασης ψυχικών βιωμάτων και καρδιακών συλλογισμών απόσταξης του νοήματος της Ζωής στην Ευθύνη της Συνύπαρξης των Κόσμων ως Ύψιστη Αναφορά στο ΘΕΙΟΝ της Υπαρξιακής Μέθεξής μας.
ΤΡΙΑ ΥΠΑΡΞΙΑΚΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΤΗΣ ΑΛΚΙΜΗΣ ΕΦΗΒΕΙΑΣ
ΣΤΟΝ ΤΟΝΟ ΜΙΑΣ ΣΙΩΠΗΣ
Μέρες πλανιόμουν
στις μακρινές πεδιάδες του Χεβάρ,
του ποταμού των θείων οραμάτων,
με πόδια βέβηλα ξεσχίζοντας
το μέτωπο της κατάθλιψης
που βάραινε τον ίσκιο των Αγγέλων.
Άστραφτε ο ουρανός`
σε κάθε αναλαμπή
έχωνε βαθιά τα νύχια ο Θεός,
από καθάριο ασήμι καμωμένα,
σπάραζε το στερέωμα.
Κι ωστόσο, κάπου απ’ το Νοτιά
κατέβαινε κάτι σαν μουσική…
Ήταν το κλάμα του ανέμου
λαβωμένου από την αδιαφορία του χρόνου.
Και το ήξερα` απ’ την αυγή
δεν θά ‘ρχονταν γαλάζιος καβαλάρης
του ονείρου μου το μουσκεμένο
πέπλο ν’ ανεμίσει`
γιατί ήρθαν τσακισμένα
και γείρανε στα πόδια μου
τα τρία κέρινα πουλιά
που μ’ άφησαν προσμένοντας
κινώντας για τη δύση.
Θλίψη, φωτιά κι απαντοχή…
Και η βροχή
πόσο το βάρηνε
το πέπλο μου της προσμονής.
Τό ‘μπλεξε μες στα δάχτυλα των θάμνων,
το κύλησε στα λασπονέρια
και τό ‘σχισε μικρά-μικρά κομμάτια,
να φανερώνουνε το πέρασμά μου…
* * *
ΑΝΕΜΟΙ ΤΡΩΑΔΕΣ
ΟΙ ΠΛΑΝΕΜΕΝΟΙ
Είναι ένας πόλεμος η ζωή μας,
μιά Τροία εφτάψυχη π’ ανασταίνεται
κάθε φορά από τη στάχτη της.
Παλεύουμε βίαια άλλοτε, κι άλλοτε πάλι νωθρά
για την ίδια την πάλη – ο αγώνας είναι
που μας τραβάει- .
Καραδοκούμε τον άνεμο, να τον κλείσουμε
στα νυσταγμένα πανιά μας,
να ξεφύγουμε την ήρεμη, μαγνητική Αυλίδα,
-ό,τι μας δένει με την καθημερινότητα-
έστω κι αν χρειασθεί χυμένο
το καυτό αίμα μιάς κόρης.
Ο αγώνας είναι που μας τραβάει,
ταξιδευτά επάνω στ’ άρματα του Αιόλου
μάς φέρνει αντίμαχους μπροστά στην πόλη.
Μιά πόλη ντυμένη το έκτο της το φόρεμα,
νυφιάτικο μαζί μα και νεκρώσιμό της
φτιαγμένο με τα δάκρυα τ’ άπλυτα της Εκάβης.
Ο πόλεμος είναι στη φύση μας` κι αν ακόμη
δεν ήταν έτσι, όμως θα γινόταν φύση μας
γιατί έτσι το θέλουμε.
Πολεμούμε για το ίδιο το πνεύμα του πολέμου,
ριψοκινδυνεύουμε στις παγίδες του θανάτου
-γιατί το θάνατο κάναμε μόνη επιδίωξη
αγαπώντας υπερβολικά τη ζωή-.
Κι όμως, το ξέρουμε καλά το τέλος`
καθαρή ανεβαίνει η φράση από τους αιώνες
αντίμαχη στο χρόνο.
Κι όμως, το ξέρουμε το τέλος`
ο Αγαμέμνων μονολογεί με συντριβή:
“Τί βάρος που μας έγινε η πόλη των Φρυγών
και η Ελένη”.
[Από ένα στίχο του Ευριπίδη στην τραγωδία
“ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ ΕΝ ΑΥΛΙΔΙ” ]
* * *
ΠΑΡΑ ΘΙΝ’ ΑΛΟΣ – ΒΗΜΑΤΑ ΣΕ ΠΑΡΑΛΙΑΚΗ ΟΔΟ
Και συ
θα ήταν εύκολο να τρελαθείς
λίγο αν άφηνες τον εαυτό σου λεύτερο
κι αν ταύτιζες το είναι σου
με όλη την μαγεία του δειλινού
ή με τον φλοίσβο τον μονότονο
της θάλασσας ή ακόμη
με τα πουλιά της δύσης
που κυνηγούν το φως.
Θ’ ανάσαινες τη μυρωδιά του άγριου
χόρτου και θά ‘νιωθες
ταυτισμένος με τ’ αγριολούλουδα
κι ο νους σου θα μοιράζονταν
σε χίλια-δυό κομμάτια,
όσοι κι οι ήχοι της καμπάνας
χειμωνιάτικης εσπέρας,
που ξέμειναν μονάχοι,
σα μιά φούχτα γυάλινους κόκκους
που κάποιο χέρι πέταξε
πυροτέχνημα στη δύση.
Κι εσύ
θα ήταν εύκολο να τρελαθείς,
λίγο αν δένοσουν στις μικρολεπτομέρειες
κι αν την ανία άφηνες
ακέρια να κουρσέψει
την κάθε σου στιγμή.
Θα ‘νιωθες ταυτισμένος
μ’ όλο εκείνο το πήγανε-έλα
του κόσμου, ή ακόμη
μ’ ένα καλάθι απορριμμάτων
στην άκρη του δρόμου.
Ίδιες κινήσεις κι ενέργειες
σε όλο πιο έντονο ρυθμό.
Βήματα γεμισμένα με σπουδή,
βιασμένα από την αγωνία
κάποιου τέρματος,
βήματα στο κενό…
Πέρα μακραίνουν τα πουλιά`
ανατριχιάζει το νερό
στην αναπνιά του αγέρα.
Και τί μπορείς να πεις για τα πουλιά;
Πως ειν’ ευτυχισμένα
στα χρώματα του δειλινού σα χάνονται
ή πως σκιές πλανιούνται
στον ουρανό της δύσης μήπως βρουν
εκείνο που τα νήματα κινεί της ύπαρξής μας;…
* * * * * * *
ΒΙΡΝΑ ΑΙΓΙΑΛΗ







